Αγαπημένο φρουτόδενδρο,
σχεδόν μόλις τελείωναν τα κεράσια,
απολαμβάναμε τους καρπούς του,
μέχρι να έρθει η ώρα για τα πρώτα ροδάκινα...
Ούτε τα κουκούτσια του βερίκοκου δεν πήγαιναν χαμένα,
φτύναμε στο τσιμέντο και τρίβαμε πάνω του το κουκούτσι,
μέχρι να φαγωθεί η μια άκρη του, αφαιρούσαμε την
εσωτερική ψίχα απ' το κουκούτσι και η αυτοσχέδια σφυρίχτρα
ήταν έτοιμη!
Και φυσικά, όπως όλα τα παιδιά της εποχής, όπου βρίσκαμε
βερικοκιά την τρυγούσαμε κανονικά, δεν αφήναμε
ούτε κουκούτσι.
Την ιστορία που ακολουθεί μου την αφηγήθηκε φίλος
από καμποχώρι της Θεσσαλονίκης.
Δεκαετία του 60, η πρώτη τάξη του γυμνασίου πάει εκδρομή
στα Μουδανιά, τα παιδιά πρώτη φορά είχαν βγει έξω
απ' το χωριό τους, καθώς βολτάρανε στους δρόμους
των Μουδανιών κάποιο παιδί βλέπει σ' έναν κήπο μια βερικοκιά
γεμάτη, ρωτάει την κυρία που περιποιόταν τον κήπο,
"θεία, να κόψου ένα βιρίκουκου;" , "κόψε, παιδί μου!",
του λέει η ευγενική κυρία
και το παιδί φωνάζει στην υπόλοιπη παρέα,"εεεε, μας αφήν'!"
(μας επιτρέπει) και όλο το τσούρμο των χωριατόπουλων ορμάει
στη βερικοκιά και δεν αφήνει κουκούτσι!!!
Δε γνωρίζω αν μετάνιωσε η ευγενική κυρία, ξέρω όμως σίγουρα
ότι το αγαθό χωριατόπουλο κι όλη η παρέα του ακόμα γελούν
όταν θυμούνται τα βερίκοκα των Μουδανιών!
ΥΓ. Η ανάρτηση αφιερωμένη στη Ζoyzoy και στις κομπόστες της




















