Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Του φκυάρ'

Η νεαρή όμορφη δασκάλα του χωριού πλένει το μπαλκόνι της, 
ο γέρο γείτονας σκαλίζει τον μπαξέ με το φτυάρι του,
                     κρυφοκοιτάει τη συμπαθητικούλα γειτόνισσα, ο νεαρός που διαβαίνει
               στο δρόμο φωνάζει στο καλό γεροντάκι, "Ορμα, παππού!" κι εκείνος   
               με πικρό χιούμορ απαντά,"Μι τι, αρέ πιδί μ'; Μι του φκυάρ';"
                    

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Χορτοφαγικόν???

Τι να σου κάνει τώρα μια πηρουνιά μαρούλι...
Καλή η σαλάτα...
καλές κι οι βρούβες...
ε, ας πούμε ότι τρώγεται το σπανακόρυζο
κι ο μουσακάς με χορταρικά,
αλλά "ορφανό φαγητό δεν κατεβαίνει!", όπως έλεγε κι ένας μπάρμπας μου!
Βάλε πράμα, να σου πιαστεί το φαγητό, να στανιάρουμε, βρε αδερφέ!!!
Βάλε κι ένα ποτήρι κρασί, άντε μπράβο,να σε δει κι ο Θεός!Επιμύθιο: Ας αφήσουμε στην μπάντα ακραίες διατροφικές συνήθειες,
απ'όλα και με μέτρο...


Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΚΑΙ ΘΗΣΑΥΡΟΣ

Κι άλλη φορά μας απασχόλησαν ιστορίες θησαυρού (εδώ), μα η σημερινή ιστορία έχει ξεχωριστή διάσταση.Πάντα συγκινούσαν τους ευφάνταστους τα παραμύθια για θησαυρούς, πολύ περισσότερο τους δυο νεαρούς μαθητές λυκείου τότε, που περνούσαν έξω απ' το νεκροταφείο του χωριού και ανακάλυψαν μια πλάκα, όπως αυτή της φωτογραφίας.Η απόσταση της πλάκας απ' το νεκροταφείο έβαλε σε ενέργεια την εφηβική φαντασία τους και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι για να είναι η πλάκα έξω απ'το νεκροταφείο,άρα κρύβει θησαυρό! Μια και δυο λοιπόν, μόλις βράδυασε, παίρνουν τσάπες και φτυάρια και σκάβουν μέσα στο μαύρο σκοτάδι, να βρουν το θησαυρό. Κρύο φαρμάκι, Γενάρης μήνας, ξεπάγιασαν σκάβοντας όλη τη νύχτα, άνοιξαν ένα λάκκο δυο μέτρα βάθος, άνθρακες ο θησαυρός, πριν ξημερώσει εγκατέλειψαν την προσπάθεια κουρασμένοι. Την άλλη μέρα οι χωριανοί είδαν τη μεγάλη λακκούβα και το συμπέρασμα βγήκε αβίαστα, κάποιοι βρήκαν θησαυρό κάτω απ'την πλάκα! Οι επίδοξοι θησαυροκυνηγοί ακόμα γελούν και με το δικό τους πάθημα και με το πάθημα των συγχωριανών τους...

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Aίσιο τέλος3

                                     Σταύρου Παπανικολάου -
                                                Aίσιο τέλος3
   
                                     


Όταν γράφεις για κάτι πολύ δικό σου, κινδυνεύεις να παρασυρθείς σε υποκειμενική κρίση. Δε φοβάμαι να το πω, επειδή δεν μπορώ ν' αποφύγω την υποκειμενικότητα, αφού γράφω για το Σταύρο, αδέρφι απο καρδιάς, με δένει μαζί φιλία  πάνω από τριάντα χρόνια και δυνατή πνευματική συγγένεια...
Απ' όσα εγκωμιαστικά θα διαβάσετε για το συγγραφέα, ακόμα και τα μισά να κρατήσετε, αρκούν για να αποδώσουν τη δύναμη γραφής του Σταύρου, τη διεισδυτική κριτική και αναλυτική  ματιά του μέσα στον ατομικό και στον κοινωνικό χώρο, η οποία διαφαίνεται ακόμα από την πρώτη του συγγραφική απόπειρα (κλικ εδώ).
Ο Σταύρος Παπανικολάου, κατά φιλοδοξία συγγραφέας, όπως ταπεινά δηλώνει ο ίδιος, αποτυπώνει στο χαρτί τη χειρουργική ικανότητά του να ανατέμνει συλλογικές και ατομικές συμπεριφορές, να εμβαθύνει σ'αυτές, να τις ερμηνεύει μέσα από τις ιστορίες των ηρώων του, που παλεύουν με την ανθρώπινη μοίρα και στέκονται με το κεφάλι ψηλά. Το λογοτεχνικό εύρημα του Σταύρου, ο κύκλος,(το μυθιστόρημα αρχίζει με την πρώτη ιστορία, η οποία ολοκληρώνεται στο τέλος του βιβλίου, αφού παρεμβληθούν οι παρένθετες ιστορίες) διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Από τους ήρωες ξεχωρίζω την ηλικιωμένη πια πρώην πόρνη, ένα άτομο βαθιά φιλοσοφημένο , όχι μόνο εξαιτίας των αρνητικών εμπειριών που έχει απ'τη ζωή, αλλά και λόγω των σπουδών κοινωνιολογίας, τις οποίες κατόρθωσε να ολοκληρώσει.
Τρεις ιστορίες (εξ ου και ο εκθέτης στον αισιόδοξο τίτλο) και όχι μόνο, οι οποίες στα χέρια άλλου συγγραφέα ίσως κατέληγαν σε μελό, επιτρέπουν στο Σταύρο να υμνήσει την κατάφαση της ζωής σε όλο της το μεγαλείο, πέρα από συμβατικότητες, μια  στάση ζωής με κεντρικό άξονα τη χαρά του "ευ ζην" και την καβαφική αξιοπρέπεια, όπως την αποτύπωσε ο Αλεξανδρινός Ποιητής στο  "Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον" (κλικ εδώ).

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο:
-Τι μπορεί να συνδέει ένα νησί της άγονης γραμμής με τη Θεσσαλονίκη; Την απάντηση δίνουν τρεις ομόκεντρες ιστορίες, και όχι μόνο, γραμμένες από έναν κατά φιλοδοξία συγγραφέα. Μέσα απ' αυτές αυθαίρετα εγκλωβισμένες, άλλες δύο, που όσο κι αν λατρεύουν μια άλλη θεά, τη βία, συμπληρώνουν και ενισχύουν το βασικό προσανατολισμό του βιβλίου, το αίσιο τέλος.

Παραθέτω και απόσπασμα, χαρακτηριστικο της γραφής του συγγραφέα:
Πριν προλάβει να τελειώσει την πρότασή της, ο κοντραμπατζής κατέφτασε χαμογελαστός και τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν. Τους οδήγησε στο πίσω μέρος της βεράντας, ένα μέρος αθέατο απο πολλούς. Επρόκειτο για έναν εξώστη που έβλεπε μόνο στο πέλαγος, κυριολεκτικά κρεμασμένος πάνω από ενα μικρό γκρεμό που η βραχώδης παραλία του αγκαλιαζόταν με τη θάλασσα. Νόμιζες οτι βρισκόσουν σε κατάρτι ιστιοφόρου και όχι στη στεριά. Ο φωτισμός σοφά ρυθμισμένος επέτρεπε και ξεκούραστα να τρως και δεν εμπόδιζε να βλέπεις το ασημένιο ποτάμι που ζωγράφιζε το ποτάμι πάνω σε μια θάλασσα που θύμιζε παγωμένο ζελέ απο την ακινησία. Το τραπέζι ήταν στρωμένο με το μεγαλόπρεπο ψάρι στη μέση και το μπουκάλι ήδη ανοιγμένο ώστε να προλάβει το κρασί να πάρει κάποιες ανάσες.


Μια πρόταση ανάγνωσης, κατά την ταπεινή μου άποψη γεμάτη από κατάφαση ζωής,"ευ ζην", αξιοπρέπεια...

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Η πρώτη ρέσα


Από την περιπέτεια συγχωριανού μετανάστη στην Αυστραλία γύρω στο '70.
Απ' τους τελευταίους συμπατριώτες που φύγαν για την Α(υ)στραλία ο Γ.,άνθρωπος "έξω καρδιά", αθώος, με το χαμόγελο στα χείλη, πολύ αγαπητός στους συμπατριώτες του, τόσο που το μισό χωριό κατέβηκε να τον αποχαιρετήσει στο σταθμό του τρένου.
Ενα χρόνο μετά ο Γ. επέστρεψε, γνωστοί και φίλοι κατέβηκαν πάλι στο σταθμό να υποδεχθούν το αγαπητό παλικάρι, δεν έκανε προκοπή εκεί, ακούστηκε ότι τον μπλέξανε σε χαρτοπαίγνια, ιπποδρομίες, κυνοδρομίες, λίγο ήθελε το καλό χωριατόπουλο και βέβαια κάποια στιγμή πήρε τη σωστή απόφαση:-Πίσω!
Αφηγούνταν λοιπόν στο καφενείο:
-Απού λιέτι,αρέ πιδγιά, ικεία στ'ν Αστραλία βάνουν σκ'λιά κι τρέχουν κι άμα βάλ'ς λιφτά στου σκ'λί που θα βγει πρώτου,κιρδεύ'ς!
-Ισύ κέρδιψις,αρέ;(ρωτούσαν οι φίλοι του...)
-Αρέ, άμα κέρδιβα,θα γιρνούσα πίσου;Τα σκ'λιά μ' έφαγαν όλα τα λιφτά!
-Πώς γένουνταν,αρέ;(ξαναρωτούσαν οι φίλοι...)
-Να,αρέ,έτριχαν τα σκ'λιά στ'ν πρώτ' τ' ρέσα...
-Τι είνι η ρέσα,αρέ;(ρωτούσαν πάλι οι φίλοι...)
-Αρέ η ρέσα, σας λιέου!
Είδαν κι έπαθαν οι φίλοι μέχρι να καταλάβουν ότι "ρέσα" λένε τη σειρά οι Ελληνοαυστραλοί,απο το αγγλικό race...
-Απού λιέτι, έτριχαν στ'ν πρώτ' ρέσα τα σκ'λιά,αρέ του θ'κό μ' του σκ'λί δεν εβγινι πρώτου καμιά φουρά!Εβανα λιφτά στ' δεύτιρ' τ' ρέσα, πάλι του θ'κό μ' του σκ'λί τιλιφταίου έβγινι!Τά'χανα όλα τα λιφτά που έβγανα, ώσπου είπα, "γύρνα στου χουργιό, δεν έχ' χαϊρ' ιδώια!"

Ακόμα μια φορά να βάλουμε στο μυαλό μας, η ξενιτιά ποτέ δεν ήταν εύκολη, προπαντός για τα χωριατόπουλα που πρώτη φορά βγαίναν απ' το χωριό τους...

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Α(υ)στραλία

Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τις προοπτικές νέου κύματος μετανάστευσης στην Αυστραλία λόγω της κρίσης.Αναβιώνουν έτσι στη σκέψη μου όσα έχω ακούσει και όσα θυμάμαι απ' το χωριό μου μέχρι το 1970, τότε που χιλιάδες Ελληνες έμπαιναν στο καράβι για το άγνωστο με βάρκα την ελπίδα.Όταν γύρω στο '70 έφευγαν οι τελευταίοι μετανάστες, τότε επέστρεφαν αυτοί που άνοιξαν το δρόμο στη δεκαετία του '50.Οι αφηγήσεις των παλιννοστούντων ήταν ενθουσιώδεις, κανείς τους δεν έλεγε τι τράβηξαν μέχρι να ορθοποδήσουν. Μόνο ένας απ' αυτούς είχε το θάρρος να μου πει, "άσ'τους να λένε, παιδί μου, φύγαμε απ' το χωριό τάχα για καλύτερα και βρεθήκαμε στην Αυστραλία να κοιμόμαστε στους σταύλους μαζί με τ' άλογα, στις φάρμες όπου δουλεύαμε,τώρα κάνουμε ότι τα ξεχάσαμε!"
Ετσι δημιουργήθηκε ο μύθος του εύκολου πλούτου στην "Αστραλία", χωρίς κανείς να λογαριάζει πως με το όνειρο του εύκολου κέρδους άδειασε η επαρχία εκείνη την εποχή, συνυπολογίζοντας και το ανάλογο κοινωνικό κόστος.
Χαρακτηριστικό είναι το γράμμα της Χρυσάνθης
προς το μετανάστη σύζυγο, από το λογοτέχνημα του Θανάση Βαλτινού "Στοιχεία για τη δεκαετία του '60:
-Νικόλα, Νικόλα. Να σκεφτώ που σκοτώνεσαι στη δουλειά αλλά εγώ δε σε θέλω να μου γυρίσεις σακάτης. Ούτε θέλω να καταντήσω σαν τη θεία σου που τη στέγνωσε η μοναξιά, τριάντα δύο χρόνια να περιμένει. Θυμήσου μονάχα τι μου έλεγες όταν παντρευτήκαμε, ότι δεν θα με αφήσεις μοναχή. Και τι να το κάνω που μου στέλνεις και έχω τώρα να πάρω παπούτσια και τσάντα και κοιμάμαι στο διπλό μας κρεβάτι σαν κούτσουρο;

Αν ως τη Λαμπρή δεν έρθεις, εγώ το τρίτο παιδί θα το κάνω, Νικόλα, δεν ξέρω με ποιόν, αλλά εσύ να το ξέρεις.
Τα παιδιά σε χαιρετάνε και σε φιλάνε και εγώ η γυναίκα σου.

Χρυσάνθη

Πάντα θυμάμαι την πίεση που ασκήθηκε τότε σε συγγενικό μου πρόσωπο, να φύγει για την Αυστραλία και κείνος απαντούσε:-Τι θαρρείτι, στ'ν Αστραλία τ'ς μαζιεύουν τ'ς λίρις απ' του δρόμου μι του φουρνόφκιαρου;

Απ'τις δεκαετίες εκείνες αλλάξανε πολλά πράγματα.Ξέρω ότι πολλοί θα επιχειρήσουν το άλμα και καλά θα κάνουν, οφείλουν όμως να κρατούν στο πίσω μέρος του μυαλού τους ότι η ξενιτιά είναι ξενιτιά, τίποτα δεν πρόκειται να τους χαριστεί...

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Νεοέλλην στο σουπερμάρκετ

Όγκος πελώριος, κεφάλα και προγούλι βουβαλίσιο, φαλάκρα-αεροδρόμιο,
να προσγειωθεί αιρμπας
, μουστάκα ψιλοστριφτή, προκοίλι να σου βγάλει
μια καζανιά πατσά, στέκεται μπροστά στην προθήκη κρεάτων του σουπερμάρκετ, δίπλα του ο "μισή μερίδα" συνοδός, ο οποίος προφανώς θα φορτωθεί τα ψώνια, επειδή ο ανωτέρω περιγραφείς βούβαλος δεν μπορεί να σηκώσει ούτε το δικό του βάρος
.
Ο βούβαλος παραγγέλλει δυόμιση κιλά παϊδάκια, βλέπει αυτά που απομένουν στην προθήκη,"βάλ'τα κι αυτά", ακολουθούν οι πανσέτες στον ίδιο ρυθμό, τα λουκάνικα (οι τρεις αρμαθιές έγιναν πέντε), οι μπριζόλες, χοιρινές και μοσχαρίσιες, και το άκρον άωτον ο μπουχέσας διαμαρτύρεται γιατί δεν εχουν έτοιμα σουβλάκια και θα κουραστεί να τα ετοιμάσει, όχι ο ίδιος βέβαια αλλά ο δυστυχής συνοδός του!
Για όνομα του θεού, βρε παιδιά, πήγε για δέκα κιλά κρέατα και άδειασε όλη την προθήκη, έφυγε με εικοσιπέντε κιλά κρέας!!! Ε, μέρος της κρίσης που βιώνουμε δεν αντιστοιχεί σε τέτοιες "βουβαλιές";Μου χρωστάς, ρε βούβαλε, μου χρωστάς, αυτο το "βουβαλισμό" σου πληρώνουμε κι εγώ και οι ταπεινοί όμοιοί μου, όταν βγαίνεις στην αγορά και αγοράζεις τα διπλάσια και τα τριπλάσια απ' όσα χρειάζεσαι, κάποια στιγμή πρέπει να πληρώσεις, αλλά δεν τα πληρώνεις εσύ, φαταούλα, τα πληρώνω εγώ κι άλλοι παραφορτωμένοι "γάιδαροι", γμτ τα φιτίλια σου μέσα, παλιορουφιάνε του κερατά....

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

SKODA VS BMW

Είχε αγοράσει ένα SKODA εκείνης της εποχής, απ' αυτά που για να πιάσεις τα ενενήντα χιλιόμετρα χρειαζόσουν ευθεία πέντε χιλιομέτρων, στην παλιά εθνική οδό Εδεσσας-Θεσσαλονίκης, λίγο πριν απο την παλιά στενή γέφυρα του Λουδία (δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα, έχω χρόνια να περάσω από κει), η οποία χωρούσε μόλις και μετά βίας ένα αυτοκίνητο,
τον προσπερνάει μια BMW,
ο φίλος μας το πήρε εγωιστικά, στρώνει στο κυνήγι την BMW(!!!), πού να την πιάσει με το SKODA, η BMW περνάει σφαίρα τη μικρή γέφυρα, ο δικός μας από κοντά, δεν είδε όμως ότι από απέναντι ήδη είχε μπει στη γέφυρα άλλο αυτοκίνητο, έτσι πριν τρακάρουν ο ένας έπεσε στο ποτάμι απ' τη δεξιά πλευρά, ο άλλος απ' την αριστερή! Δυο διαλυμένα αυτοκίνητα στο ποτάμι, ο ένας οδηγός γλύτωσε χωρίς τραύματα, ο δικός μας εισέπραξε ένα στραπατσαρισμένο γόνατο, που ακόμα τον παιδεύει μετά από τριάντα χρόνια!
Ηθικόν δίδαγμα:-Πού πας, βρε έρμε Καραμήτρο!!!

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

ΤΙ ΘΕΛΩ

Γεώργιος Δροσίνης Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα
Σε ξένα αναστυλώματα δεμένο.
Ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο.
Μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν’ ανεβαίνω.

Δε θέλω του γυαλιού το λαμπροφέγγισμα,
Που δείχνεται άστρο με του ήλιου τη χάρι.
Θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου,
Κι ας είμαι κι ένα ταπεινό λυχνάρι.


Και η υπέροχη μελοποίηση από το Μίκη


Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

Επί τη ονομαστική μας εορτή...

Μπορεί να μην εορτάζομεν και να μην  δεχόμεθα επισκέψεις (σπιτικές εννοείται), 
όμως ένα ποτήρι μπρούσκο χύμα,

 αριστουργηματικό κόκκινο κρασί από  τον αμπελώνα  του φίλου Δημήτρη (εδώ),
 θα το πιείτε στην υγειά μας και μεις θα αντευχηθούμε 
              ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, Υγεία και Δύναμη για το 2013...