Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Όμιλος Φιλοπτώχων Κυριών


  Στις δεκαετίες του "60-"70, η μόδα στα κυριλέ σαλόνια ήταν το κουμ καν, 
επί χρήμασι βεβαίως,
 
 όλες οι νεόπλουτες κυρίες ασκούνταν στο ευγενές σπορ. 
Στη γνωστή ελληνική ταινία της εποχής Η Χαρτοπαίχτρα
 αποτυπώθηκε πολύ εύστοχα το θέμα.
Όμως οι νόμοι ήταν αυστηροί, το "χαρτοπαίζειν επί χρήμασιν" απαγορευμένο,
οι μπούκες της αστυνομίας μέσα σε σπίτια συχνότατες, έτσι οι κολλημένες 
με την τράπουλα μεγαλοκυρίες επινόησαν νομιμοφανείς τρόπους,
 για να επιδίδονται στο ευγενές σπορ, ίδρυαν συλλόγους με βαρύγδουπες ονομασίες, όπως  ο τίτλος της ανάρτησης, νοίκιαζαν χώρους  τους οποίους ονόμαζαν εντευκτήρια, συγκεντρώνονταν εκεί δήθεν "δια απογευματινόν τέιον"
γέμιζαν τους τοίχους με επιγραφές ως η κατωτέρω


 και επεδίδοντο στο αγαπημένο σπορ...
Φυσικά τα σαϊνια της πιάτσας οσμίστηκαν ψητό, δε θα άφηναν την ευκαιρία να γδύσουν χρηματικώς ή κυριολεκτικώς τις χαζές νεόπλουτες κυρίες τύπου Μαντάμ  Σουσού.
 Ο φίλος μας ο Θανάσης, πρώτο παιδί, όμορφο παλικάρι, όχι, δεν το έπαιζε ζιγκολό, δεν ήταν το στιλ του, αλλά δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη, εμφανίστηκε κυριλέ και ωραίος στο εντευκτήριο ενός  τέτοιου συλλόγου, κοστουμιά σπέσιαλ, έσχιζε το παιδί, τρόποι αριστοκρατικοί, χειροφιλήματα και έτσι, κόβει κίνηση, κάνει τις γνωριμίες του, παρακολουθεί τις κυρίες  που παίζουν κουμ καν σ' ένα τραπέζι, διατυπώνει φωναχτά και "αφελώς" τις δήθεν απορίες του περί του παιγνίου, οι κυρίες τσίμπησαν, "α, εδώ έχουμε θύμα", καλούν το Θανάση στο τραπέζι, ο φίλος μας το παίζει αδαής, "αφήστε να μάθω πρώτα" , κάθε μέρα πιστός στο ραντεβού παρακολουθεί τις κυρίες για να "μαθαίνει", ώσπου κάποτε  "υποχωρεί" στα παρακάλια των κυριών, κάθεται να παίξει και ως δήθεν ανίδεος κάνει πλείστα όσα λάθη, χάνει συνεχώς, γελάει με την...κακοτυχία του, το σκηνικό επαναλαμβάνεται για μέρες, οπότε οι κυρίες τσιμπάνε και πάλι, μεταξύ τους σκοτώνονται ποια θα καθίσει στο τραπέζι του Θανάση, να γδύσει το...θύμα, μετά από χασούρες πολλών ημερών, ο Θανάσης δήθεν για να ρεφάρει, χοντραίνει το παιγνίδι και τότε αρχίζει το...ματς!
Τις έγδυσε όλες τις χαζές,, πότε-πότε έχανε κι από καμιά παρτίδα, έτσι, μη μας πάρουνε χαμπάρι, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη, μάζευε ό,τι "χαρτούρα" κυκλοφορούσε στο εντευκτήριο και ξύπνιος όπως ήταν, "πριν μας πάρουνε χαμπάρι, την έκανα", όπως μας είχε αφηγηθεί ο ίδιος, όταν τέλειωσε το κυνήγι του θησαυρού.
Οχι, δεν το έκανε επάγγελμα, δεν ήταν φύσει απατεώνας, απλώς σε λίγο χρονικό διάστημα έβγαλε όλα τα έξοδα της στρατιωτικής θητείας που θα επακολουθούσε! "Επρεπε να το κάνω", μας έλεγε, "αλλιώς δυο χρόνια στο στρατό, θα τον γονάτιζα τον έρμο τον  πατέρα μου"!

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Το μπιμπερό

                                  
Μετά την περιπέτεια στην κλινική, επέστρεψαν στο σπίτι πανευτυχείς οι νεαροί πρωτάρηδες γονείς με το καμάρι τους αγκαλιά, το πρώτο τους βλαστάρι, το πρώτο βράδυ ο νεαρός διάδοχος αρνιόταν το μπιμπερό και έκλαιγε όλη νύχτα...Καταθορυβημένοι οι γονείς τηλεφωνούν την άλλη μέρα στον παιδίατρο, "γιατρέ, το παιδί δε θέλει να φάει και κλαίει συνέχεια!", έρχεται ο γιατρός
 στο σπίτι, το μωρό βαλάντωνε στο κλάμα, το εξετάζει απο δω, το εξετάζει 
από κει, κάποια στιγμή λέει στους γονείς, "φέρτε μου το μπιμπερό", κοιτάει
 το μπιμπερό και αναφωνεί, "το παιδί θέλει να φάει,απλώς εσείς δεν ανοίξατε τρύπα στην πιπίλα,πώς να φάει το μωρό";

Εχουν περάσει τόσα χρόνια και οι φίλοι γονείς ακόμα γελούν με τα πρώτα τους παθήματα ...

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Βγαίνοντας από το μαιευτήριο

Ευτυχέστατος ο πρωτάρης μπαμπάς πήγε στο μαιευτήριο να πάρει τη νεομαμά 
και το νεογέννητο διάδοχο, βγαίνοντας όμως απ' το αυτοκίνητο κλείνει την πόρτα του οδηγού με τα κλειδιά στο τιμόνι και όταν πήγε να ανοίξει και πάλι την πόρτα, τζίφος! Τι να κάνει,τι να κάνει, χωρίς πολύ σκέψη, καθώς στο νου του είχε τη γυναίκα του και το νεογέννητο μωρό, σπρώχνει δυνατά με την παλάμη του το τζαμάκι της πόρτας του οδηγού (θυμάστε, στα παλιότερα αυτοκίνητα το τζάμι της πόρτας του οδηγού δεν ήταν ενιαίο),


 σπάει μεν το τζάμι, αλλά ταυτόχρονα ο οδηγός κόβεται στο χέρι απ' τα γυαλιά, τρέχουν τα αίματα, στις πρώτες βοήθειες της κλινικής του περιποιούνται 
τα τραύματα, δεν του επιτρέπουν όμως να φύγει, έτσι υποχρεώνεται η λεχώνα να επιστρέψει στην κλινική και να διανυκτερεύσει κι εκείνη άλλη μια βραδιά
 με το μωρό στο μαιευτήριο, αναμένοντας την επόμενη μέρα, που θα έπαιρνε 
το εξιτήριο ο κατενθουσιασμένος πλην απρόσεκτος νεομπαμπάς!
Πάντως ούτε στο πιο ευφάνταστο σενάριο δε θα διανυκτέρευαν στο ίδιο νοσοκομείο πατήρ, μήτηρ και νεογέννητον!

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Μαρία Θηρεσία και ένα υστερόγραφο δημοσκοπικό

Μέχρι το 1973 οι τελειόφοιτοι των πανεπιστημιακών σχολών του ΑΠΘ πήγαιναν εκδρομή στην Ευρώπη, με  όλα τα έξοδα πληρωμένα, εμείς ανήκουμε στους...άτυχους, αμέσως μετά το Πολυτεχνείο  κόπηκαν αυτά τα μπερεκέτια, ήταν μια από τις "ποινές" εκδίκησης εναντίον των φοιτητών, που επέβαλε η χούντα για την εξέγερση στο Πολυτεχνείο...έτσι μείναμε με τις αφηγήσεις παλιότερων φοιτητών για τις εμπειρίες τους από την πρώτη επαφή με την Ευρώπη εκεινης της εποχής...
Από αφήγηση των εκδρομέων που το καλοκαίρι του 73 ταξίδεψαν στη Βιέννη: Συνοδός τους ο καλός ιστορικός, στον οποίο αναφερθήκαμε σε άλλη ανάρτηση (εδώ), με το γλαφυρό υφος και το σιατιστινό γλωσσικό ιδίωμα, γνώστης της νεότερης ιστορίας της Βιέννης, απολαυστικός αφηγητής, τους ξεναγούσε μπροστά σ' έναν πίνακα, που αναπαριστούσε την αυτοκράτειρα  Μαρία Θηρεσία:
           -"Ιτούτ' ιδώια ήταν η Μαρία Θηρεσία, είχιν καμιά δικαριά πιδγιά,  
       τρόιρα- τρόιρα (τριγύρω-τριγύρω) σαν παπάκια"!!!

Κι επειδή θα με ρωτάτε  για τ' όνομά του, αυτή τη φορά θα το αποκαλύψουμε, ήταν ο καθηγητής της Αρχαίας Ιστορίας Δημήτρης Κανατσούλης (εδώ).


ΥΣΤΕΡΌΓΡΑΦΟΝ ΔΗΜΟΣΚΟΠΙΚΟΝ 
Εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο τελείωσαν οι αναδημοσιεύσεις του ΑΠΟΥΡΩ στο ιδίωμα του τόπου μου, από παλιά δουλειά του γράφοντος στην τοπική εφημερίδα, οι πιο καινούριοι αναγνώστες δείτε  εδώ κι εδώ...Σκέφτομαι να επαναλάβω τις αναδημοσιεύσεις, όχι μόνο επειδή μου το ζήτησαν συγχωριανοί αναγνώστες, αλλά και για να γνωρίσουν οι πιο καινούριοι φίλοι τον παλιό ΑΠΟΥΡΩ, τι λέτε;Εσείς αποφασίζετε,περιμένω τη γνώμη σας και την ψήφο σας, θετική ή αρνητική και φυσικά θα υπακούσω στη γνώμη της πλειοψηφίας...

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Τι τρώει ο VAD

Όταν έχεις πιει καφέ στους δρόμους του  Χαρτούμ (εδώ), 
όταν έχεις τολμήσει να δοκιμάσεις γεύσεις και γεύσεις (εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ), δε θα διστάσεις να κάνεις κι ενα ταξίδι γεύσεων σε όλο τον κόσμο. Δοκιμάζουμε λοιπόν σκορπιούς ψητούς 
 
 και αστερίες τηγανητούς στην Κίνα,
σκυλομεζέδες
και λουκάνικα  Ταϊβάν,
                                          μεζέδες χοιρινού στη Βιρμανία,
κινέζικη ποικιλία στη Μαλαισία
με συνοδεία κινέζικης πίτας ,
κι άλλη ποικιλία από τη Μαλαισία ,
ψητά ψάρια στη Νότια Κορέα,
ψητούς βολβούς στην Κίνα
και για επιδόρπιο καλαμπόκι στην Ινδία
της γριας το μαλλί από την Κίνα
και υπαίθριο χυμό πάλι απο την Ινδία...
Βέβαια πριν απο τέτοιο φαγοπότι φροντίζουμε να έχουμε έτοιμο το...ασθενοφόρο!

ΥΓ.Εβαλα τις παραπομπές για τους πιο πρόσφατους φίλους-αναγνώστες του ΑΠΟΥΡΩ, έτσι, για να εμπεδώσουν τι αντοχές έχει ο υπογράφων, οι παλαιότεροι το γνωρίζουν, γάιδαρος ξεσαμάρωτος, σου λέω...

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Του νεκρού αδελφού

                          


Του νεκρού αδελφού
 

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ' άφεγγα τη χτενίζει,
στ' άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμ' εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
- Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ' άσκημα απιλογήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
- Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ' όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ' όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
το τάξιμο που μου 'ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό 'βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
- Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να 'ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να 'ρθω.
- Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».
- Κοντολυγίζει τ' άλογο και πίσω την καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μόν' κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!
- Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
- Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!
- Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
- Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
- Φοβούμαι σ', αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
- Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αί-Γιάννη,
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ' άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.
«Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
- Άφησ', Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ' ας λέγουν.
- Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν' η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ' όμορφο μουστάκι;
- Έχω καιρό π' αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά πρoφτάνoυν.
Βαριά χτυπά τ' αλόγου του κι απ' εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
«Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
- Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.
- Ποιος είν' αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;
- Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».
Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Πανηγυριώτικα μιας ασπρόμαυρης εποχής

Εχουμε γράψει κι άλλη φορά για τα πανηγύρια ενός άλλου καιρού, ενός άλλου κόσμου (εδώ), ιστορίες ατέλειωτες, ανήκουστες, για όποιον δεν τις έχει ζήσει...

Το πανηγύρι σε καμποχώρι, τρεις γενιές, ο πατέρας, περίπου ογδοντάρης, κανάτα αδαμαντοκόλλητη, νερό δεν είχε βάλει ποτέ στο στόμα του, ο γιος, 
κοντά στα πενήντα, στα χνάρια του πατέρα του, άξιον τέκνον αξίου πατρός,
 με το καλημέρα κατέβαζε πέντε μπίρες, και ο εγγονός κοντά στους μεγάλους, γύρω στα είκοσι, "να ματαίνει του πιντί", όπως έλεγε και ο γύφτος του γνωστού ανέκδοτου. Εχουν πιει και οι τρεις μαζί, ο θεός ξέρει πόσα κιβώτια Μαλαματίνες, έχουν γίνει ντίρλα, έρχεται η ώρα του λογαριασμού, ο μεσαίος λέει στον πατέρα, "πλιέρουνι, πατέρα", ο γέρος απαντάει, "δεν ιέχου, αρέ πιδί μ'!", ο γιος φωνάζει, "δεν ιέχ'ς; Θα σι σφάξου, γμτ την πουτάνα σ'"!!! Αρπάζει το γέρο απ' το σβέρκο, τον πατάει κάτω, το γόνατό του στην πλάτη του γέρου πατέρα, ψάχνει στην τσέπη του, δε βρίσκει το μαχαίρι, φωνάζει στο γιο του, "γμτ τη μάνα σ', τσιουγλάν' τ΄κιαρατά,πάνι στου σπίτ' κι φέρι μι του μαχαίρ' να τουν σφάξου"!!! Το σπίτι ήταν απέναντι απ'το πανηγύρι στα δέκα μέτρα, τρέχει ο γιος και αμέσως επιστρέφει φωνάζοντας, "δεν του βρίσκου, αρέ πατέρα, πού τό' χ'ς κρυμμένου";
κι ο πατέρας απαντά "μέσα στου ντουλάπ', γμτ τη μάνα σ', γμ"!!!
Στο μεταξύ, μέσα στη γενική θυμηδία που προκάλεσε στους πανηγυριτζήδες ο καυγάς των μεθυσμένων, βρέθηκαν και κάποιοι μυαλωμένοι, άρπαξαν τον εκτός εαυτού μεθύστακα γιο, που εξακολουθούσε να πατάει κάτω στη γη το γέρο πατέρα του, σήκωσαν απο κάτω τον παππού, εκείνος μέσα στο μεθύσι του ούτε κατάλαβε τι είχε συμβεί και μόλις σηκώθηκε ο γέροντας παράγγειλε μια ακόμα Μαλαματίνα!!!

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Τα μαγικά καλάθια του Νίκου Γκάλη

Τι θα έκανε, λέει, ο Νίκος Γκάλης, αν έπαιζε μπάσκετ σήμερα; Θα το δουν σήμερα οι τυχεροί που θα βρεθούν στο Παλέ! Πόσο θα ήθελα να ήμουν εκεί, αφού όμως δε γίνεται αλλιώς,ας απολαύσουμε μαγικές στιγμές που μας χάρισε ο θεός του μπάσκετ μια φορά κι έναν καιρό!
Με τον Αρη,τη μοναδική ομάδα σε επίπεδο συλλόγων που ενωνε κάποτε όλους τους Ελληνες φιλάθλους...


και με την αγαπημένη μας Εθνική ομάδα



Ο μεγάλος Νικ μόνο με το Μότσαρτ του μπάσκετ, 
τον Ντράζεν Πέτροβιτς, μόνο μ'αυτόν μπορεί να συγκριθεί..