skip to main |
skip to sidebar
Εδώ τελειώνει ο ΑΠΟΥΡΩ, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου,
όλα τα ωραία τελειώνουν κάποτε...
Ξεκίνησε πριν από έξι χρόνια περίπου, με την προτροπή ενός πολύ δικού μου ανθρώπου (γράψε, έχεις εικόνες από έναν κόσμο που κανείς δε φαντάζεται,
κανείς δεν έχει δει) ,
έγραψα κι εγώ για όσα έζησα εκεί κάτω στο Σουδάν
(κλικ εδώ, εδώ, εδώ) μπήκε στην παρέα κι ο ΑΠΟΥΡΩ (εδώ),
μπήκαν ιστορίες
απ' τον αγαπημένο γενέθλιο τόπο, τον Κολινδρό Πιερίας (εδώ),
προέκυψαν αναρτήσεις ποικίλες και διάφορες, κοινώς ό,τι του φανεί του λωλοΣτεφανή,
ό,τι κατέβαζε η κούτρα του γράφοντος...
Εξι χρόνια σπουδαία παρέα, γνώρισα ανθρώπους εξαιρετικούς εδώ μέσα, μάλιστα κάποιους είχα τη χαρά να τους συναντήσω κιόλας,
διάβασα κείμενα
από θαυμάσιες πένες, ήρθα σε επαφή με συνέλληνες από την Αλάσκα
μέχρι την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, από τη Ρωσία μέχρι τη Βραζιλία, απ'όλη την Ευρώπη, απ' τις ΗΠΑ και τον Καναδά μέχρι τις περισσότερες χώρες της Αφρικής και της Ασιας...Πήρα πολύ περισσότερα από όσα έδωσα..Και μόνο
η δυνατότητα επικοινωνίας με όλο τον κόσμο, φτάνει και περισσεύει, για να έχω να λέω πόσα κέρδισα απ' το ωραίο μπλογκοταξίδι...Να ζεις 4000 χιλιόμετρα μακριά απ' το σπίτι σου και να σε συντροφεύουν εκατοντάδες αναγνώστες, πολύ μεγάλη υπόθεση και σας ευχαριστώ γι' αυτό από καρδιάς...
Δεν έχω να πω πολλά πια, έτσι θα αραιώσουν οι αναρτήσεις, δε θα χαθώ,
θα επανέρχομαι μόνο όταν θα έχω κάτι να πω ,θα σας διαβάζω,
ίσως και να σας γράφω κάποιο σχόλιο, η καλή συνήθεια μαχαίρι δεν κόβεται,
όπως θα έλεγε και ο ΑΠΟΥΡΩ "του χούι ξιχούι δε γίνιτι!" Σας χρωστάω
και ανάρτηση για το μπλόγκινγκ γενικώς, για τα όσα έζησα με γνωστούς και αγνώστους εδώ μέσα,θα την έχετε προσεχώς...
Όσοι ασχολείστε με το fb, θα με βρείτε εκεί...όχι, δεν απαρνούμαι
το μπλόγκινγκ γα το fb, απλώς εκεί δεν απαιτεί τακτική παρουσία,
είναι πιο ελεύθερο...πάντως το μπλόγκινγκ ήταν και είναι πάντα καλύτερη φάση...
Σας ευχαριστώ και πάλι που με συντροφέψατε στο ωραίο ταξίδι,
να είστε καλά, γειά σας...
Η σκηνή στο περίπτερο της γειτονιάς, πληρώνω, ο περιπτεράς, γνωστός πανεπιστήμων, παντογνώστης και...πάν-γλωσσος, μου δίνει απόδειξη και ρέστα, και επιδεικνύων τας γνώσεις του εις την γαλλικήν μου απευθύνει ένα πανηγυρικότατον "μερσί"! Του απαντώ "pas de quoi!" και απομένει ενεός και χάσκων, ψελλίζοντας μόνο ένα "Τι;"
Επιμύθιο,πειράζει που δεν αντέχω τους παντογνώστες, τους επιδειξίες,
τους "αγράμματους δικηγόρους";
Η κεντρική πλατεία του Κολινδρού χιονισμένη, με το πρώτο χιόνι (που δεν το είδαμε και κατά τα φαινόμενα δε θα το δούμε φέτος) την ίδια όμορφη όψη θα πάρει.
Αντε να δώσουμε το βήμα πάλι στον ΑΠΟΥΡΩ, να μας τα πει με το δικό του τρόπο.
Πάντα οπαδός της Αναγέννησης σχολιάζει με πίκρα την πτώση της ομάδας.
Θυμάται την εποχή των απαγορεύσεων, όταν καθηγητές κυνηγούσαν τους μαθητές στον απαγορευμένο τότε κινηματογράφο.
Απορεί με το χιόνι που έπεσε Μάρτη μήνα.
Γελάει μ'εκείνους που αναζητούν την ταυτότητα του άγνωστου ακόμα ΑΠΟΥΡΩ.
Επικροτεί την αναβίωση του αποκριάτικου εθίμου με τα κουδούνια των ζώων (κυπριά, τσιουκάνια).
Ανακαλύπτει πως το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα διαθέτει πλήθος κοσμητικών επιθέτων με πρώτο γράμμα το " χ " .
Θυμάται μια σπαρταριστή ιστορία από την εποχή της ελονοσίας και των κινίνων.
Και τελειώνει με μια παροιμία του τόπου του, ιδιαίτερα διδακτική.
Μια άλλη εποχή, "Αν παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι"
Το τραγούδι βέβαια είναι ακόμα πιο "παλαιολιθικό" απ' τα παιδικά μας χρόνια, αλλά οι φωτογραφίες είναι μόνο σαρανταπέντε έως πενήντα ετών!
Α' Γυμνασίου 1963-64, παραστάτης πίσω απ' τη σημαία, δεξιά ο πατέρας
(με το μουστάκι) καμαρώνει το γιο,
η μάνα "χάθηκε" πίσω απ' το κεφάλι
του δεξιού παραστάτη...
Εκδρομή στον Αγιο Νικόλαο Ναούσης, Α' Γυμνασίου-1964, ακόμα
και στην εκδρομή οι μαθητές με τα πηλίκια, οι μαθήτριες με την ποδιά...
Μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας, Α' Λυκείου 1966-67...
Εκδρομή στην Πλάκα Λιτοχώρου, ερημική περιοχή τότε, Α' Λυκείου-1967...
Β' Λυκείου-Μάης 1968, στον Ισθμό της Κορίνθου...,επειδή η Γ' τάξη δε συμπλήρωνε τον απαιτούμενο αριθμό μαθητών για πενθήμερη εκδρομή, συμμετείχε πάντα και η Β' τάξη...
Γ' Λυκείου-
Οκτώβρης 1968, καφεδάκι στον Παυσίλυπο,
το πιο όμορφο μέρος του γενέθλιου τόπου...
Γ' Λυκείου 1968-69...
Από πρωινό περίπατο...
και πάλι από πρωινό περίπατο, τραγουδώντας και χορεύοντας
την τοπική παραλλαγή του πανελληνίως γνωστού
"πώς του τρίβουν του πιπέρ' "...
Μνήμες που δε σβήνουν εύκολα...
Ο μικρός από την πόλη περνούσε τα καλοκαίρια στο χωριό της μητέρας του,
στο σπίτι της γιαγιάς του, έλα όμως που η γιαγιά ήταν λίγο ανάποδη
και συνεχώς το μάλωνε το παιδί, "στολίζοντάς" το με όλα τα κοσμητικά επίθετα, που διέθετε το γλωσσικό ιδίωμα του μικρού τόπου...
Όταν το παιδί επέστρεψε στο σπίτι του μετά από κάποιες καλοκαιρινές διακοπές, είπε με παράπονο στη μητέρα του, "δεν ξαναπάω στη γιαγιά", "γιατί, παιδί μου";
-"Να, όλο με μαλώνει η γιαγιά και όλο από Χ με λέει, χαζιέ, χάχα, χνίκα, χέσια, χ'νάρα, χαϊρσούζ', χαλιαμόρα, χαμόργκα, χαμένου σ'κλί, χαζουντάμαρου, χαϊν', χαϊβάν', χαλντούπα, χασουμέρ', χάφτα, χλιάπα, χαμένου παρτάλ' "!
Η μάνα συγκρατήθηκε μπροστά στο παιδί,
προσπάθησε να το παρηγορήσει, όταν έμεινε μόνη της λύθηκε στα γέλια με τα καμώματα της γιαγιάς και ταυτόχρονα ξέσπασε, "ε ρε μάνα, δεν ήσουνα κακιά, αλλά γλυκιά κουβέντα δεν ακούσαμε, ούτε τα παιδιά, ούτε τα εγγόνια"!
Ερμηνεία, άνθρωποι του μόχθου, μοναδική τους έγνοια ν'αναστήσουν τα παιδιά τους με το τίποτα, δεν τους περίσσευε γλυκός λόγος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έλειπε η αγάπη...
Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που για πολλούς "δέναν τα σκυλιά
με τα λουκάνικα",
τότε που αριστερός σήμαινε ότι σου πήρε ο διάολος
τον πατέρα, ο Μακρονησιώτης επέστρεψε στον τόπο του το '53,
προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του, να φκιάξει οικογένεια με την αγαπημένη του, που χρόνια τον περίμενε να επιστρέψει, παντρεύτηκε, το σόι της γυναίκας του, παλιοί βενιζελικοί, τον δέχθηκαν σαν δικό τους,
άνοιξε ένα μπακαλικάκι,
χωρίς ν' απομακρυνθεί απ' τις ιδέες του δεν ασχολήθηκε ξανά με το κόμμα,
ούτε καν την Αυγή δεν αγόραζε, στη μακεδονική επαρχία εκείνου του καιρού ακόμα και την κεντρώα εφημερίδα Μακεδονία να διάβαζες ήσουν ύποπτος
για "συνοδοιπόρος"...Η ζωή του ήταν μαγαζί, λίγο καφενεδάκι, σινεμά απαραιτήτως, ήταν σινεφίλ φανατικός, έβλεπε οποιοαδήποτε ταινία έπαιζαν
οι κινηματογράφοι του τόπου του, μάλιστα επειδή ήταν και φανατικός καπνιστής, έβγαινε από το σινεμά κάθε λίγο για κάπνισμα, γι' αυτό καθόταν και στη δεύτερη προβολή, για να δει ό,τι έχανε από την ταινία λόγω του καπνίσματος...
Εξαιτίας του κλίματος της εποχής οι συντοπίτες του δε χρειάζονταν απαγόρευση,
ώστε να μην ψωνίζουν από το μπακάλικό του, λογικά δίσταζαν να πλησιάζουν στο μαγαζί, για να μη χαρακτηριστούν, επειδή ψωνίζουν απ' τον κομουνιστή, ακόμα και το σόι δίσταζε να ψωνίζει από κει, όμως ο ήπιος χαρακτήρας του μαγαζάτορα μέρα με τη μέρα διέλυε τους δισταγμούς, οι συντοπίτες
τον τιμούσαν, μπήκε σε μια σειρά ο άνθρωπος, αλλά η ρετσινιά ρετσινιά
και το κυνήγι κυνήγι...
Ακόμα και το 67, με την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ενώ όλος ο κόσμος ήξερε ότι ο άνθρωπος δεν ασχολούνταν πια με το κόμμα,
τον συνέλαβαν και μόνο μετά απο τρεις μέρες τον άφησαν ελεύθερο ...
Φυσικά το κυνηγητό συνεχίστηκε, κάθε φορά που περνούσε το υγειονομικό
απ' το μικρό παντοπωλείο, όλο και κάτι θα εβρισκε, για να του γράψει παράβαση,
παρ'όλο που ο παντοπώλης προσπαθούσε να είναι όσο πιο εντάξει γίνεται, για να μην τους δίνει αφορμές...
Μόλις λοιπόν έμπαινε το υγειονομικό,
ο διοικητής της χωροφυλακής, που συνόδευε το συνεργείο ελέγχου, έτριβε
τα χέρια του λέγοντας, "όπα,τι θα του βρούμε του φίλου μας";
Σε μια τέτοια επίσκεψη, μη βρίσκοντας τίποτα το επιλήψιμο, πήραν έναν σφραγισμένο τενεκέ λάδι για έλεγχο,
ο έλεγχος έδειξε νοθεία, μηνύθηκαν ο παντοπώλης, ο προμηθευτής, ο χονδρέμπορος και το εργοστάσιο τυποποίησης...Μπορείτε να φανταστείτε το αποτέλεσμα της δίκης, αθωώθηκαν οι πάντες εκτός του παντοπώλη! Για σφραγισμένο λάδι, παρακαλώ!
Κάπου μετά το 72 νέος διοικητής χωροφυλακής στον τόπο, χουντικός κι αυτός, αλλά ποιος ξέρει πώς είδε το πράγμα, είπε "φτάνει, ρε παιδιά, αρκετά με τον άνθρωπο",
έτσι ησύχασε κάπως, ένας άνθρωπος που είκοσι χρόνια μετά την παραθέριση στη Μακρόνησο, απασχολούσε ακόμα τους ηλίθιους ανθρωποκυνηγούς...
Οι πιστοποιημένες γραμματικές γνώσεις του περιορίζονταν στο απολυτήριο
του δημοτικού, όμως ο άνθρωπος ήταν κινητή εγκυκλοπαίδεια, στα χρόνια
της εξορίας είχε διερύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες μελετώντας, δεινός σκακιστής, ευρύ πνεύμα, και τελικά θύμα ενός μετεμφυλιακού κράτους,
το οποίο συνέχισε να παίρνει την εκδίκηση του ακόμα και μετά την πτώση
της χούντας, ειδικότερα στην ελληνική επαρχία...
Αντιλαμβάνομαι ότι για πολλούς αναγνώστες και κυρίως για τους νεότερους τα ανωτέρω μπορεί να φαίνονται απίστευτα και εξωπραγματικά, όμως αυτή ακριβώς ήταν η μετεμφυλιακή πραγματικότητα στην ελληνική επαρχία για τρεις ολόκληρες δεκαετίες μέχρι το 1981...
Η μάνα η Κολινδρινή, άγιος άνθρωπος, ηρωίδα μιας άλλης εποχής,
όμως κατά τη συνήθεια του καιρού το χέρι το σήκωνε εύκολα πάνω στα παιδιά της...Επλεκε λοιπόν με το τσιγκελάκι η μάνα, η μικρή κόρη έκανε κάποια ζημιά, σηκώνει το χέρι η μάνα, της αστράφτει έναν μπάτσο στο μάγουλο, η μικρή κάθεται σε μια γωνιά και κλαίει,
η μάνα ψάχνει το τσιγκελάκι,
για να συνεχίσει
το πλέξιμο, η μικρή συνεχίζει το κλάμα, η μάνα ουρλιάζει, "σκάσι, μην κλιαίς,
μια παταριά σ' ιέδουκα μόνου, τι, πόνισις κιόλας; Σκάσι θα σι 'στράψου
κι άλλ' παταριά! Σκάσι κι δεν μπουρώ να βρω του τσιγκιλάκ'!"
Και η μικρή απαντάει μέσα απ' τα κλάματα,"δεν πόνισα, δεν κλιαίου
για ντ' παταριά, κλιαίου για του τσιγκιλάκ' ,που σκάλουσι στου φτί μ''!!!!
Είχε σκαλώσει το τσιγκελάκι στο αυτί της μικρής, καθώς η μάνα έρριξε
τον μπάτσο με το τσιγκελάκι στο χέρι!
Μη βιαστούμε να καταδικάσουμε συμπεριφορά, εκείνοι οι άνθρωποι ανάσταιναν με χίλιους κόπους και χίλιους πόνους τα παιδιά τους...
Μάνα και κόρη μου το αφηγήθηκαν πριν από χρόνια λυμένες στα γέλια...