Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Μαθητικές φωτογραφίες

Μια άλλη εποχή, "Αν παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι"



Το τραγούδι βέβαια είναι ακόμα πιο "παλαιολιθικό" απ' τα παιδικά μας χρόνια, αλλά οι φωτογραφίες είναι μόνο σαρανταπέντε έως πενήντα ετών!
 Α' Γυμνασίου 1963-64, παραστάτης πίσω απ' τη σημαία, δεξιά ο πατέρας 
(με το μουστάκι) καμαρώνει το γιο, η μάνα "χάθηκε" πίσω απ' το κεφάλι 
του δεξιού παραστάτη...
Εκδρομή στον Αγιο Νικόλαο Ναούσης, Α' Γυμνασίου-1964, ακόμα 
και στην εκδρομή οι μαθητές με τα πηλίκια, οι μαθήτριες με την ποδιά...

Μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας, Α' Λυκείου 1966-67...
Εκδρομή στην Πλάκα Λιτοχώρου, ερημική περιοχή τότε, Α' Λυκείου-1967...
Β' Λυκείου-Μάης 1968, στον Ισθμό της Κορίνθου...,επειδή η Γ' τάξη δε συμπλήρωνε τον απαιτούμενο αριθμό μαθητών για πενθήμερη εκδρομή, συμμετείχε πάντα και η Β' τάξη...
 Γ' Λυκείου-Οκτώβρης 1968, καφεδάκι στον Παυσίλυπο, 
το πιο όμορφο μέρος του γενέθλιου τόπου...
Γ' Λυκείου 1968-69...
 Από πρωινό περίπατο...
 και πάλι από πρωινό περίπατο, τραγουδώντας και χορεύοντας 
την τοπική παραλλαγή του πανελληνίως γνωστού
"πώς του τρίβουν του πιπέρ' "...



Μνήμες που δε σβήνουν εύκολα...

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Το παράπονο του εγγονού

Ο μικρός  από την πόλη περνούσε τα καλοκαίρια στο χωριό της μητέρας του, 
στο σπίτι της γιαγιάς του, έλα όμως που η γιαγιά ήταν λίγο ανάποδη 
και συνεχώς το μάλωνε το παιδί, "στολίζοντάς" το με όλα τα κοσμητικά επίθετα, που διέθετε το γλωσσικό ιδίωμα του μικρού τόπου...
Όταν το παιδί επέστρεψε στο σπίτι του μετά από κάποιες καλοκαιρινές διακοπές, είπε με παράπονο στη μητέρα του, "δεν ξαναπάω στη γιαγιά", "γιατί, παιδί μου";
-"Να, όλο με μαλώνει η γιαγιά και όλο από Χ με λέει, χαζιέ, χάχα, χνίκα, χέσια, χ'νάρα, χαϊρσούζ', χαλιαμόρα, χαμόργκα, χαμένου σ'κλί, χαζουντάμαρου, χαϊν', χαϊβάν', χαλντούπα, χασουμέρ', χάφτα, χλιάπα, χαμένου παρτάλ' "!
Η μάνα συγκρατήθηκε μπροστά στο παιδί, προσπάθησε να το παρηγορήσει, όταν έμεινε μόνη της λύθηκε στα γέλια με τα καμώματα της γιαγιάς και ταυτόχρονα ξέσπασε, "ε ρε μάνα, δεν ήσουνα κακιά, αλλά γλυκιά κουβέντα δεν ακούσαμε, ούτε τα παιδιά, ούτε τα εγγόνια"!
Ερμηνεία, άνθρωποι του μόχθου, μοναδική τους έγνοια  ν'αναστήσουν τα παιδιά τους με το τίποτα, δεν τους περίσσευε γλυκός λόγος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έλειπε η αγάπη...



Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Ποιος πληρώνει τη νοθεία...

Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που για πολλούς "δέναν τα σκυλιά 
με τα λουκάνικα", τότε που αριστερός σήμαινε ότι σου πήρε ο διάολος 
τον πατέρα, ο Μακρονησιώτης επέστρεψε στον τόπο του το '53, 
προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του, να φκιάξει οικογένεια με την αγαπημένη του, που χρόνια τον περίμενε να επιστρέψει, παντρεύτηκε, το σόι της γυναίκας του, παλιοί βενιζελικοί, τον δέχθηκαν σαν δικό τους, άνοιξε ένα μπακαλικάκι, χωρίς ν' απομακρυνθεί απ' τις ιδέες του δεν ασχολήθηκε ξανά με το κόμμα, 
ούτε καν την Αυγή δεν αγόραζε, στη μακεδονική επαρχία εκείνου του καιρού ακόμα και την κεντρώα εφημερίδα Μακεδονία να διάβαζες ήσουν ύποπτος 
για "συνοδοιπόρος"...Η ζωή του ήταν μαγαζί, λίγο καφενεδάκι, σινεμά απαραιτήτως, ήταν σινεφίλ φανατικός, έβλεπε οποιοαδήποτε ταινία έπαιζαν 
οι κινηματογράφοι του τόπου του, μάλιστα επειδή ήταν και φανατικός καπνιστής, έβγαινε από το σινεμά  κάθε λίγο για κάπνισμα, γι' αυτό καθόταν και στη δεύτερη προβολή, για να δει ό,τι έχανε από την ταινία λόγω του καπνίσματος...
Εξαιτίας του κλίματος της εποχής οι συντοπίτες του δε χρειάζονταν απαγόρευση, ώστε να μην ψωνίζουν από το μπακάλικό του, λογικά δίσταζαν να πλησιάζουν στο μαγαζί, για να μη χαρακτηριστούν, επειδή ψωνίζουν απ' τον κομουνιστή, ακόμα και το σόι δίσταζε να ψωνίζει από κει, όμως ο ήπιος χαρακτήρας του μαγαζάτορα μέρα με τη μέρα διέλυε τους δισταγμούς, οι συντοπίτες 
τον τιμούσαν, μπήκε σε μια σειρά ο άνθρωπος, αλλά η ρετσινιά ρετσινιά
 και το κυνήγι κυνήγι...Ακόμα και το 67, με την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ενώ όλος ο κόσμος ήξερε ότι ο άνθρωπος δεν ασχολούνταν πια με το κόμμα, 
τον συνέλαβαν και μόνο μετά απο τρεις μέρες τον άφησαν ελεύθερο ...
Φυσικά το κυνηγητό συνεχίστηκε, κάθε φορά που περνούσε το υγειονομικό
 απ' το μικρό παντοπωλείο, όλο και κάτι θα εβρισκε, για να του γράψει παράβαση παρ'όλο που ο παντοπώλης προσπαθούσε να είναι όσο πιο εντάξει γίνεται, για να μην τους δίνει αφορμές...Μόλις λοιπόν έμπαινε το υγειονομικό, 
ο διοικητής της χωροφυλακής, που συνόδευε το συνεργείο ελέγχου, έτριβε 
τα χέρια του λέγοντας, "όπα,τι θα του βρούμε του φίλου μας";
Σε μια τέτοια επίσκεψη, μη βρίσκοντας τίποτα το επιλήψιμο, πήραν έναν σφραγισμένο τενεκέ λάδι για έλεγχο,


 ο έλεγχος έδειξε νοθεία, μηνύθηκαν ο παντοπώλης, ο προμηθευτής, ο χονδρέμπορος και το εργοστάσιο τυποποίησης...Μπορείτε να φανταστείτε το αποτέλεσμα της δίκης, αθωώθηκαν οι πάντες  εκτός του παντοπώλη! Για σφραγισμένο λάδι, παρακαλώ!
Κάπου μετά το 72 νέος διοικητής χωροφυλακής στον τόπο, χουντικός κι αυτός, αλλά ποιος ξέρει πώς είδε το πράγμα, είπε "φτάνει, ρε παιδιά, αρκετά με τον άνθρωπο", έτσι ησύχασε κάπως, ένας άνθρωπος που είκοσι χρόνια μετά την παραθέριση στη Μακρόνησο, απασχολούσε ακόμα τους ηλίθιους ανθρωποκυνηγούς...  
Οι πιστοποιημένες γραμματικές γνώσεις του περιορίζονταν  στο απολυτήριο 
του δημοτικού, όμως ο άνθρωπος ήταν κινητή εγκυκλοπαίδεια, στα χρόνια 
της εξορίας είχε διερύνει τους  πνευματικούς του ορίζοντες μελετώντας, δεινός σκακιστής, ευρύ πνεύμα, και τελικά θύμα ενός μετεμφυλιακού κράτους, 
το οποίο συνέχισε να παίρνει την εκδίκηση του ακόμα και μετά την πτώση 
της χούντας, ειδικότερα στην ελληνική επαρχία...
Αντιλαμβάνομαι ότι για πολλούς αναγνώστες και κυρίως για τους νεότερους τα ανωτέρω μπορεί να φαίνονται απίστευτα και εξωπραγματικά, όμως αυτή ακριβώς ήταν η μετεμφυλιακή πραγματικότητα στην ελληνική επαρχία για τρεις ολόκληρες δεκαετίες μέχρι το 1981...

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Το τσιγκελάκι

Η μάνα η Κολινδρινή, άγιος άνθρωπος,  ηρωίδα μιας άλλης εποχής, 
όμως κατά τη συνήθεια του καιρού το χέρι το σήκωνε εύκολα πάνω στα παιδιά της...Επλεκε λοιπόν με το τσιγκελάκι η μάνα, η μικρή κόρη έκανε κάποια ζημιά, σηκώνει το χέρι η μάνα, της αστράφτει έναν μπάτσο στο μάγουλο, η μικρή κάθεται σε μια γωνιά και κλαίει, η μάνα ψάχνει το τσιγκελάκι, για να συνεχίσει 
το πλέξιμο, η μικρή συνεχίζει το κλάμα, η μάνα ουρλιάζει, "σκάσι, μην κλιαίς,
 μια παταριά σ' ιέδουκα μόνου, τι, πόνισις κιόλας; Σκάσι θα σι 'στράψου 
κι άλλ' παταριά! Σκάσι κι δεν μπουρώ να βρω του τσιγκιλάκ'!" 
Και η μικρή απαντάει μέσα απ' τα κλάματα,"δεν πόνισα, δεν κλιαίου 
για ντ' παταριά, κλιαίου για του τσιγκιλάκ' ,που σκάλουσι στου φτί μ''!!!!
Είχε σκαλώσει το τσιγκελάκι στο αυτί της μικρής, καθώς η μάνα έρριξε 
τον μπάτσο με το τσιγκελάκι στο χέρι!
Μη βιαστούμε να καταδικάσουμε συμπεριφορά, εκείνοι οι άνθρωποι ανάσταιναν με χίλιους κόπους και χίλιους πόνους τα παιδιά τους...

Μάνα και κόρη μου το αφηγήθηκαν πριν από χρόνια λυμένες στα γέλια...

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Κρίση, χιούμορ και ΑΤΜ

Το ανέκδοτο το ξέρετε:-Ο παππούς στο γυμναστήριο ρωτάει τον προσωπικό του γυμναστή, "με ποιο μηχάνημα νομίζεις ότι θα εντυπωσιάσω την απέναντι νεαρά"; Και ο γυμναστής του απαντά με νόημα, "κύριε, στην είσοδο του γυμναστηρίου υπάρχει ένα ΑΤΜ"!!!

-Ευτυχώς η κρίση δε μας στέρησε το χιούμορ,ο Α. βγαίνει από την τράπεζα, βλέπει μεγάλη ουρά στο ΑΤΜ, και καθώς οι περισσότεροι αναμένοντες ήταν γνωστοί του, αναφωνεί στεντορείως, "όσοι είναι με το μνημόνιο, ας μείνουν στην ουρά, οι αντιμνημονιακοί τζάμπα περιμένουν, λεφτά δεν υπάρχουν"!!!

-Ο Β. πλησιάζει στο ΑΤΜ, βλέπει μπροστά στο μηχάνημα κάποιον γνωστό του, ο οποίος του λέει, "δε δίνει το μηχάνημα, έχει βλάβη" και ο Β. απαντά με χιούμορ, "Α, κάνεις λάθος, δεν το πρόσεξες, όταν χτυπάς τον κωδικό, βγαίνει ένα εικονίδιο που γράφει, "αν είστε με το μνημόνιο,πατήστε 1, αν είστε αντιμνημονιακός, πατήστε 2!" Κόκκαλο ο άλλος!!!!

Είπαμε, η κρίση παλεύεται με το ζόρι, το χιούμορ ίσως μας κρατάει λίγο όρθιους....


Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Ο συνταξιούχος

Παλιά καλή συναδελφική και φιλική συνήθεια, οι καθηγητές στα σχολεία αποχαιρετούν με γλέντι και δώρα τους συναδέλφους που βγαίνουν στη σύνταξη..
Σε τέτοια πρόσφατη σύναξη (όχι προς τιμήν του υπογράφοντος, αυτόν τον αποχαιρέτησαν νωρίτερα), όπου τιμούσαν κάποιον καλό, πολύ αγαπητό σε όλους συνάδελφο, ο οποίος αποχώρησε πρόσφατα, ο ποιητής της καλής παρέας, ένας άνθρωπος με έντονη την αίσθηση του χιούμορ, με φοβερή διάθεση σαρκασμού και αυτοσαρκασμού, απήγγειλε το παρακάτω εμπνευσμενο ποίημά του, το οποίο ειχε συνθέσει για την περίσταση...







Ο συνταξιούχος

 Η ζωή περνά, η ρημάδα
και μια μέρα με λιακάδα
- μα ίσως να ’ναι κι αποφράδα
μια και ζούμε στην Ελλάδα-
έρχεται η στιγμή – επιτέλους
του εργασιακού μας τέλους.

Εργαστήκαμε για χρόνια,
με τις ζέστες, με τα χιόνια,
πότε πάνω, πότε κάτω,
μια στην άφρα, μια στον πάτο,
άλλοτε ανθοί και κρίνοι
κι άλλοτε κλαυθμοί και θρήνοι.

Λευκανθήκαν τα μαλλιά μας
πάει η δροσερή λαλιά μας,
πιάσανε πουρί οι αρθρώσεις,
μειωθήκαν οι επιδόσεις,
στένεψαν οι αρτηρίες,
να σου κι οι συχνοουρίες,
γίναν οι κοιλιές σαν θόλοι
και φαρδύνανε οι κώλοι.

Τι συκώτι, τι στομάχι,
όλα λιώσαν μες στα άγχη,
τι καρδιά και τι πλεμόνι,
ούτε ο Τσίπρας δεν τα σώνει.
Όλα του κορμιού τα μέρη,
από φτέρνα μέχρι χέρι,
θέλουν να ξεκουραστούνε
και στη σύνταξη να βγούνε.

Μα ένα μέλος του κορμιού μου,
στυλοβάτης του ηθικού μου
Θε’ μου, κάνε μου τη χάρη
σύνταξη ποτέ μην πάρει!


Φυσικά η απαγγελία του εξαιρετικού πονήματος ανέβασε ακόμα περισσότερο  
το κέφι των συνδαιτυμόνων, οι οποίοι ευχήθηκαν στον αποχωρούντα φίλο να του κάνει ο Θεός τη χάρη της τελευταίας στροφής!

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.

  Κωνσταντίνος  Καβάφης
                                  

27 Iουνίου 1906, 2 μ.μ.


Σαν το ’φεραν οι Xριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τα ’ζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ’πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».