Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι "μασλάτι" του τόπου μου, αλλά είναι ανέκδοτο.
Ο παππούς ταξίδεψε στην Αθήνα, έμεινε για καιρό και επιστρέφοντας στο χωριό αφηγούνταν στους συγχωριανούς, που τον ρωτούσαν πώς πέρασε:
-Καλά ήταν, αρέ πιδγιά!
-Πε μας κι άλλα, αρέ παππού!
-Να, μια μέρα,πιρνούσα όξου απού ένα μαγαζί, που είχιν στα τζιάμια όλου χτινισμένις γ'ναίκις, έγραφιν κι μια ταμπέλα Κομμωτήριον, όξου απ' του μαγαζί μι πιάν' αγκαζέ ένα κουρίτσ' κι μι λιέει,"μιζανπλί, παππού;", "μιζανπλί,κουρίτσι μ'!", λιέου ιγώ, μπαίνου στου μαγαζί, μι βάνουν απού κάτ', μι λούζουν,μι χτινίζουν, μια χαρά ήταν, δε μι πόνισιν ντιπ, ύστιρας μι λιέει του κουρίτσ', "Πιρμανάντ, παππού;", "Πιρμανάντ', κουρίτσι μ'!", λιέου ιγώ, μι βάνουν πάλι απού καταή, μι λούζουν, μι χτινίζουν, μια χαρά ήταν, δε μι πόνισι ντιπ, ύστιρας μι λιέει του κουρίτσ', "μανικιούρ, παππού;", "μανικούρ, κουρίτσι μ'!" λιέου ιγώ, μι κόβ' τα νύχια, δε μι πόνισι ντίπ, ύστιρας μι λιέει του κουρίτσ', "πεντικιούρ, παππού;", "πεντικιούρ, κουρίτσι μ'!", μ' έκουψι και τα νύχια απ' τα πόδια, δε μι πόνισι ντιπ, πλιέρουσα, μι πήραν όλα τα λιφτά, μα δε μι πόνισιν ντιπ, βγαίνου όξου στου δρόμου, ένα πιδί, ενα γουμάρ' δυο μέτρα, μι πιάν' αγκαζέ μι βλιέπ' έτσια πως ήμαν κι μι λιέει,"τραβεστί, παππού;", "τραβεστί, πιδί μ'!", λιέου ιγώ!"Πάμι μαζί, παππού"; μι ξαναλιέει του πιδί, "πάμι,πιδί μ'", λιέου ιγώ! Πήγαμι μαζί, αρέ πιδγιά μ', μα αυτό μι πόνισι,!!!
Ο παππούς ταξίδεψε στην Αθήνα, έμεινε για καιρό και επιστρέφοντας στο χωριό αφηγούνταν στους συγχωριανούς, που τον ρωτούσαν πώς πέρασε:
-Καλά ήταν, αρέ πιδγιά!
-Πε μας κι άλλα, αρέ παππού!
-Να, μια μέρα,πιρνούσα όξου απού ένα μαγαζί, που είχιν στα τζιάμια όλου χτινισμένις γ'ναίκις, έγραφιν κι μια ταμπέλα Κομμωτήριον, όξου απ' του μαγαζί μι πιάν' αγκαζέ ένα κουρίτσ' κι μι λιέει,"μιζανπλί, παππού;", "μιζανπλί,κουρίτσι μ'!", λιέου ιγώ, μπαίνου στου μαγαζί, μι βάνουν απού κάτ', μι λούζουν,μι χτινίζουν, μια χαρά ήταν, δε μι πόνισιν ντιπ, ύστιρας μι λιέει του κουρίτσ', "Πιρμανάντ, παππού;", "Πιρμανάντ', κουρίτσι μ'!", λιέου ιγώ, μι βάνουν πάλι απού καταή, μι λούζουν, μι χτινίζουν, μια χαρά ήταν, δε μι πόνισι ντιπ, ύστιρας μι λιέει του κουρίτσ', "μανικιούρ, παππού;", "μανικούρ, κουρίτσι μ'!" λιέου ιγώ, μι κόβ' τα νύχια, δε μι πόνισι ντίπ, ύστιρας μι λιέει του κουρίτσ', "πεντικιούρ, παππού;", "πεντικιούρ, κουρίτσι μ'!", μ' έκουψι και τα νύχια απ' τα πόδια, δε μι πόνισι ντιπ, πλιέρουσα, μι πήραν όλα τα λιφτά, μα δε μι πόνισιν ντιπ, βγαίνου όξου στου δρόμου, ένα πιδί, ενα γουμάρ' δυο μέτρα, μι πιάν' αγκαζέ μι βλιέπ' έτσια πως ήμαν κι μι λιέει,"τραβεστί, παππού;", "τραβεστί, πιδί μ'!", λιέου ιγώ!"Πάμι μαζί, παππού"; μι ξαναλιέει του πιδί, "πάμι,πιδί μ'", λιέου ιγώ! Πήγαμι μαζί, αρέ πιδγιά μ', μα αυτό μι πόνισι,!!!

















