Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Του νεκρού αδελφού

                          


Του νεκρού αδελφού
 

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ' άφεγγα τη χτενίζει,
στ' άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμ' εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
- Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ' άσκημα απιλογήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
- Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ' όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ' όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
το τάξιμο που μου 'ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό 'βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
- Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να 'ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να 'ρθω.
- Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».
- Κοντολυγίζει τ' άλογο και πίσω την καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μόν' κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!
- Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
- Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!
- Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
- Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
- Φοβούμαι σ', αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
- Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αί-Γιάννη,
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ' άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.
«Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
- Άφησ', Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ' ας λέγουν.
- Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν' η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ' όμορφο μουστάκι;
- Έχω καιρό π' αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά πρoφτάνoυν.
Βαριά χτυπά τ' αλόγου του κι απ' εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
«Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
- Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.
- Ποιος είν' αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;
- Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».
Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Πανηγυριώτικα μιας ασπρόμαυρης εποχής

Εχουμε γράψει κι άλλη φορά για τα πανηγύρια ενός άλλου καιρού, ενός άλλου κόσμου (εδώ), ιστορίες ατέλειωτες, ανήκουστες, για όποιον δεν τις έχει ζήσει...

Το πανηγύρι σε καμποχώρι, τρεις γενιές, ο πατέρας, περίπου ογδοντάρης, κανάτα αδαμαντοκόλλητη, νερό δεν είχε βάλει ποτέ στο στόμα του, ο γιος, 
κοντά στα πενήντα, στα χνάρια του πατέρα του, άξιον τέκνον αξίου πατρός,
 με το καλημέρα κατέβαζε πέντε μπίρες, και ο εγγονός κοντά στους μεγάλους, γύρω στα είκοσι, "να ματαίνει του πιντί", όπως έλεγε και ο γύφτος του γνωστού ανέκδοτου. Εχουν πιει και οι τρεις μαζί, ο θεός ξέρει πόσα κιβώτια Μαλαματίνες, έχουν γίνει ντίρλα, έρχεται η ώρα του λογαριασμού, ο μεσαίος λέει στον πατέρα, "πλιέρουνι, πατέρα", ο γέρος απαντάει, "δεν ιέχου, αρέ πιδί μ'!", ο γιος φωνάζει, "δεν ιέχ'ς; Θα σι σφάξου, γμτ την πουτάνα σ'"!!! Αρπάζει το γέρο απ' το σβέρκο, τον πατάει κάτω, το γόνατό του στην πλάτη του γέρου πατέρα, ψάχνει στην τσέπη του, δε βρίσκει το μαχαίρι, φωνάζει στο γιο του, "γμτ τη μάνα σ', τσιουγλάν' τ΄κιαρατά,πάνι στου σπίτ' κι φέρι μι του μαχαίρ' να τουν σφάξου"!!! Το σπίτι ήταν απέναντι απ'το πανηγύρι στα δέκα μέτρα, τρέχει ο γιος και αμέσως επιστρέφει φωνάζοντας, "δεν του βρίσκου, αρέ πατέρα, πού τό' χ'ς κρυμμένου";
κι ο πατέρας απαντά "μέσα στου ντουλάπ', γμτ τη μάνα σ', γμ"!!!
Στο μεταξύ, μέσα στη γενική θυμηδία που προκάλεσε στους πανηγυριτζήδες ο καυγάς των μεθυσμένων, βρέθηκαν και κάποιοι μυαλωμένοι, άρπαξαν τον εκτός εαυτού μεθύστακα γιο, που εξακολουθούσε να πατάει κάτω στη γη το γέρο πατέρα του, σήκωσαν απο κάτω τον παππού, εκείνος μέσα στο μεθύσι του ούτε κατάλαβε τι είχε συμβεί και μόλις σηκώθηκε ο γέροντας παράγγειλε μια ακόμα Μαλαματίνα!!!

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Τα μαγικά καλάθια του Νίκου Γκάλη

Τι θα έκανε, λέει, ο Νίκος Γκάλης, αν έπαιζε μπάσκετ σήμερα; Θα το δουν σήμερα οι τυχεροί που θα βρεθούν στο Παλέ! Πόσο θα ήθελα να ήμουν εκεί, αφού όμως δε γίνεται αλλιώς,ας απολαύσουμε μαγικές στιγμές που μας χάρισε ο θεός του μπάσκετ μια φορά κι έναν καιρό!
Με τον Αρη,τη μοναδική ομάδα σε επίπεδο συλλόγων που ενωνε κάποτε όλους τους Ελληνες φιλάθλους...


και με την αγαπημένη μας Εθνική ομάδα



Ο μεγάλος Νικ μόνο με το Μότσαρτ του μπάσκετ, 
τον Ντράζεν Πέτροβιτς, μόνο μ'αυτόν μπορεί να συγκριθεί..

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Πάσχα των Ελλήνων

Ως  είθισται, και με την άδειά σας, λέω να την κάνουμε, 
έτσι, για λίγες πασχαλινές ανάσες μιας βδομαδούλας... 
Και για να δημιουργήσουμε και ολίγον μυστήριον,
ιδού ο προορισμός μας,
αγναντεύοντας  την πόλη από ψηλά...
Ο ευρών τον προορισμό αλλά και το σημείο λήψης 
της φωτογραφίας, χαρακτηριστικό της πόλης, κερδίζει μεζέ πασχαλινό!
Καλό Πάσχα, Πάσχα των Ελλήνων

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Aπό τη χθεσινή παρουσίαση...

...του βιβλίου του Σταύρου Παπανικολάου στο βιβλιοπωλείο ΝΕΣΤΩΡ στην Κατερίνη, για την οποία κάναμε λόγο στην προηγούμενη ανάρτηση...
Δεξιά ο συγγραφέας, αριστερά ο αδελφός Κώστας, εκ των παρουσιαστών του βιβλίου(δε μοιάζουν για δίδυμοι,έτσι;!!!ΣΣτη μέση δεν ξέρω ποιος είναι!


Μικρό μέρος του ακροατηρίου,την ιδια ωρα που στην πόλη της Κατερινης ειχε άλλη μια παρουσιαση βιβλίου,δυο συναυλίες(μια σε υπαιθριο χώρο και μία σε κλειστό) και τρεις σχολικές εκδηλώσεις,την παρουσίαση παρακολούθησαν τριανταπέντε βιβλιόφιλοι,αριθμός ιδιαιτερα ικανοποιητικός για τέτοια μέρα και για επαρχιακή πόλη...
                                                     


Το "ευ ζην",η φιλοσοφία που διαχεει το βιβλιο του Σταυρου,ολοκληρώνεται με ενα ποτήρι κρασί στο πόδι και συζήτηση του συγγραφέα με το ακροατήριο...

 Ξεχωριστές ευχαριστίες σ'όλους τους φίλους που παρακολούθησαν την παρουσίαση,
 τους διαδικτυακούς φίλους που βοήθησαν  στην προώθηση της ενημέρωσης για την εκδήλωση 
και ιδιαιτερα στο Νίκο,την Ελένη, τη Δέσποινα, το Χρίστο, του φιλόξενου χώρου του βιβλιοπωλείου ΝΕΣΤΩΡ      

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Oταν ο VAD παρουσιάζει μυθιστόρημα...



Αφιερώσαμε ανάρτηση στο μυθιστόρημα του δικού μας Σταύρου (εδώ) και σήμερα το παρουσιάζουμε στο βιβλιοπωλείο ΝΕΣΤΩΡ (εδώ) του φίλου μας Νίκου, στην Κατερίνη, είμαστε βέβαιοι ότι οι Κατερινιώτες βιβλιόφιλοι θα μας τιμήσουν με την παρουσία τους.

Το Βιβλιοπωλείο Νέστωρ σας προσκαλεί στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Παπανικολάου ''Αίσιο τέλος'', εκδόσεις Μαλλιάρης παιδεία, την Παρασκευή 26 Απριλίου, στις 20.30 το βράδυ στο καφέ του βιβλιοπωλείου. (Κανάρη 5- πεζόδρομος πλατείας). 

Το βιβλίο παρουσιάζουν οι: Δαραής Βασίλης, φιλόλογος
Παπανικολάου Κων/νος, φιλόλογος.


Υστερόγραφο του VAD:Μια φορά κι ένα καιρό ο προσκαλών θα έγραφε εις άπταιστον καθαρεύουσαν: Η ανάρτησις επέχει θέσιν επισήμου προσκλήσεως!

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Παιγνίδια των παιδικών χρόνων


 Η καλή μπλογκοφίλη ΖΟΥΖΟΥΝΑ έγραψε για τα παιγνίδια της  παιδικής εποχής της (εδώ) κι εγώ θυμήθηκα τα δικά μου, στην πλατεία, στην Αγορά του ΑΠΟΥΡΩ, η οποία βέβαια δεν ήταν διαμορφωμένη όπως στη φωτογραφία, το τμήμα που βλέπετε ήταν τότε λάκκος στο κέντρο του χωριού,
 
 στους δρόμους, τότε που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα,
στα ρέματα του χωριού,
στη μικρή αλάνα πάνω απ'τα ερείπια του αγαπημένου Πύργου.
 Και τι παιγνίδια! Παραθέτω τις τοπικές ονομασίες, μέσα από το σχόλιο 
που έγραψα στη ΖΟΥΖΟΥΝΑ, αν χρειαστεί να τα περιγράψω, δεν τα χωράει 
ούτε ο μπλόγκερ!
Εγώ έμαθα να παίζω στους δρόμους,σκλέντζα,κότσια,
σβούρα,γκαζιές,τσφλιάτς,πυρουστιά,
κρυφτόπικου,αντρέλα,μουρλιά,ζιμ,κριαμ,
σκρόφα!Σου λένε τίποτα;:)))

Σκέφτομαι να δανειστώ περιγραφές από το Χαλαστρινό Παιχνίδι, 
το βιβλίο του φίλου Κώστα Τσιότσκα, που σας παρουσίασα σε παλαιότερη ανάρτηση (κλικ εδώ) και να ανεβάσω μια σειρά αναρτήσεων, για να δείτε τα παιγνίδια των παιδιών του ελληνικού χωριού στις δεκαετίες '50-'60.

Δανείστηκα τις πρώτες φωτογραφίες από το καλό μπλογκ του τόπου μου kolindrosfire
Μη μου γράψετε βέβαια, "αχ, τι ωραία χρόνια!", εγώ ξέρω πόσο άθλια χρόνια ήταν...