Από αριστερά η Θοδώρα (αυτοδίδακτη ζωγράφος, δεν καλλιέργησε την τέχνη), η Κατίνα (η δασκάλα που έγραψε τη δική της ιστορία στο χωριό), η Μαργαρίτα (της έλαχε να "φύγει" στα βάθη της Αφρικής, στην Κένυα), η Ναθαλία ("έφυγε" σχεδόν εκατό χρονών, η αθάνατη Μάνα μας, πέντε παιδιά, μας μεγάλωσε με χίλιες δυο στερήσεις), η Άννα (στα εικοσιπέντε της ¨χάθηκε" στην Κατοχή από φυματίωση). Απουσιάζουν από την προπολεμική φωτογραφία η Ευδοξία και η άλλη Κατίνα. Όσο τις προλάβαμε, στα σπιτικά γλέντια των παιδικών μας χρόνων, ο ξάδελφος ο Θωμάς έπαιζε στ'ακορντεόν τη Φραγκοσυριανή,
εμείς τ'ανίψια τραγουδούσαμε όλοι μαζί και η Θοδώρα με την Ευδοξία χόρευαν ένα χασάπικο ατόφιο(τι συρτάκι και μοντέρνες χαζοεκδοχές σε στιλ μπαλέτου;) άλλο πράμα, οι θεοί του Ολύμπου κατέβαιναν στο σπίτι μας να καμαρώσουν το μεράκι... Παλιότεροι στο σόι μου αφηγούνταν πως όταν η Ευδοξία και η άλλη Κατίνα χόρευαν το ζεϊμπέκικο "Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι"
στην πλατεία του χωριού, στην Αγορά του ΑΠΟΥΡΩ, όλη η πιάτσα σηκωνόταν στο πόδι... Καμιά δε βρίσκεται πλέον εν ζωή και όμως είναι Αθάνατες!
Κολινδρός ανοιξιάτικος -Φλαμούρ', τίλιου, τσιαϊρό, χειμωνιάτικες συνήθειες... -Ο νέος δήμαρχος προέκυψε κι αυτός ταξιδιάρης... -Ο δρόμος για το διπλανό χωριό, τον Καταχά, πάντα σε άθλια κατάσταση, ακόμα και σημερα, εν έτει 2011 -Αναμένοντας την πρώτη λεκτική αντιπαράθεση στη Βουλή των δυο Βαγγέληδων, του νέου (Πολύζου) και του παλιού (Γιαννόπουλου), κάτι που τελικά δε συνέβη ποτέ! Κρίμα... Φανταστείτε τη φάση, ο Πολύζος σε άπταιστο ιδίωμα ΑΠΟΥΡΩ: - Άντι απού κεία, χαζιέ σιακείθι, ούρλαντι τ' κιαρατά! Και ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος να απαντά εις άπταιστον γιαννοπουλικήν: - Φύγε από κει, μη σε καταχεριάσω και σένα, χαμένε, ε, χαμένε!!! -Ο χορός των Κολινδρινών της Θεσσαλονίκης και τέλος το ατύχημα της Μαρίας Αρσένη ολοκληρώνουν τα "μασλάτια" του μηνιαίου ΑΠΟΥΡΩ._
Το πρώτο πολιτισμικό ταρακούνημα που έφαγα όταν πρωτοήρθα στο Χαρτούμ! Είχα την εντύπωση ότι από κάπου θα ξεπροβάλει ο...Ιντιάνα Τζόουνς και ξοπίσω του θα τρέχουν οι...βεδουίνοι!Οπως σε όλες τις αγορές, φρούτα και λαχανικά, οι μυρωδιές της Ανατολής, αλέθοντας φιστίκια, οι ξεροί χουρμάδες χύμα αφθονούν παντού, όμορφη η εικόνα του...χυμοποιείου, ομολογώ πως δεν τόλμησα να παραγγείλω, τα κρέατα στον...αέρα, "πατσίτσες", ποδαράκια, στο ψαράδικο ψιλοκόβει το ψάρι για τα σαντουιτσάδικα της περιοχής, ο αυγουλάς με το φιλαράκι του, και τα αυγά υπό σκιάν, συνήθως εκτίθενται υπό τον ήλιον, τσάι με γάλα στο ύπαιθρο, "αράζουμε τώρα" και αύριο "ινσάλα" (έχει ο Θεός!), εικόνα κλασική, εμπεριέχει τα πάντα, μόνο οι μυρωδιές δε φωτογραφίζονται, "σαουίρμα" (γύρος) , ορυκτό ελαφρό, σαν ελαφρόπετρα, το κάνουν σκόνη, το λιώνουν στο νερό, είναι λέει καλό για το στομάχι! Τι στο καλό πέτρωμα είναι τούτο, δεν μπόρεσα να μάθω... Ενας άλλος κόσμος, ούτε οι φωτογραφίες δεν μπορούν ν' αποτυπώσουν όλη την πραγματικότητα...
Η γιαγιά η Μαριόγκα είχιν πιράσ' απού χρόνια τα ουγδόντα, κρατιούνταν καλά για τα χρόνια τ'ς, νιαι μα δεν είχιν ντιπ θυμητ'κό η καημέν'! Σ'κώνουνταν απ' του τραπέζ' κι δε δουκιούνταν η καψιρή τι έφαγιν! Μια φουρά προυσκάλ'σιν τ'ς φιλινάδιτ'ς ένα απόγιμα να πιουν καφέ στου σπίτι τ'ς. Για να μην αστουχήσ' τ' σειρά μι τα κιράσματα, λιέει του γιο τ'ς του Νάσιου:-Αρέ Νάσιου, γράψι μι ιδώια σι ένα χαρτί τα κιράσματα μι τ'ν αράδα, μην τα ξιαστοχήσου, αρέ πιδί μ', κι αντρουπιαστώ στ'ς φιλινάδιζουμ! Έκατσιν η Νάσιους, έγραψιν στου χαρτί, νιρό, καφέ, παξ'μάδ', γλυκό συκαλάτου, γλυκό κιρασάτου, βανίλια, πίτα κουλιντρινή, κλίκ', τό 'δουσιν τ' γιαγιά τ' Μαριόγκα κι σ'κώθ'κιν, βγήκιν όξου στου καφινείου, σιγά μην κά'νταν στο σπίτ' η Νάσιους, ν'ακούει τα μασλάτια απ' τ'ς γιαγιάδις! Τ' απόγιμα ήρταν οι φιλινάδις τ'ς γιαγιάς τ'ς Μαριόγκας, απάν' απ' τα ουγδόντα κια οι τρεις, η γιαγιά η Κατίνα, η γιαγιά η Κουκούλου κι γιαγιά η Θυμούλου. Σα στρουγκιάσ'καν στ'ς σιζλόν τ'ς γιαγιάς τ'ς Μαριόγκας, παλα'ί'ζ' η γιαγιά η Μαριόγκα του χαρτί μι τα κιράσματα, μα δε δουκιούνταν πού τό'βαλιν, πουθινά του χαρτί. Παλα'ί'ζ' απού 'δώια, παλα'ί'ζ' από 'κεία, τίπουτα! Τι να φκιάσ' η έρμ', θ'μούνταν νιρό, καφέ, παξ'μάδ', γλυκό συκαλάτου,, νιαι μα δε θ'μούνταν τ' άλλα τα κιράσματα, φκιάν' ακόμα έναν καφέ, τουν καταξιφχήθ'καν οι γιαγιάδις, ύστιρας τ'ς φκιάν' κι άλλουν κι άλλουν, ήπιαν πιντέξ' καφέδις οι γιαγιάδις, μουργκίζ'ντας είπαν, άντι, ώρα να φύγουμι, κατιβαίνουν τ'ς σκάλις απ' του σπίτ' τ'ς γιαγιάς τ'ς Μαριόγκας, ένας Θιός τ'ς φύλαξιν κι δεν επισαν απ' τ'ς σκάλις, στου δρόμου πιάνουνταν αγκαζιέ, μην πέσουν καταή, είχαν κι δυο μπαστούνια απ' τ' μια κι τ'ν άλλ' τ' μιριά, κούτσα μια κι κούτσα δυο πάιναν στου δρόμου... Και ακολουθεί ο διάλογος: -Κατίνα:-Ιιιιιι, τ' χαζιά τ' Μαριόγκα, να τ' κάψ' η φουτιά, να τ' κάψ', ούτι έναν καφέ δε μας κέρασιν! -Κουκούλου:-Να τ' φάει η λύκους, να τ' φάει, ούτι ένα γλυκό συκαλάτου δε μας έδουκιν! -Θυμούλου:-Ποια Μαριόγκα, καλιέ;;;;
Απόδοση στην κοινή νεοελληνική: Η γιαγιά η Μαριόγκα είχε περάσει από χρόνια τα ογδόντα, κρατιόταν καλά για τα χρόνια της, αλλά είχε χάσει πια τη μνήμη της η καημένη! Σηκωνόταν απ' το τραπέζι και δε θυμόταν τι εφαγε η καψερή! Μια φορά προσκάλεσε τις φιλεναδες της ένα απόγευμα να πιουν καφέ στο σπίτι της.Για να μην ξεχάσει τη σειρά με τα κεράσματα, λέει στο γιο της το Νάσο:- Βρέ Νάσο, γράψε μου εδώ με τη σειρά τα κεράσματα, μην τα ξεχάσω , βρε παιδί μου, και ντροπιαστώ στις φιλενάδες μου! Κάθησε ο Νάσος, έγραψε στο χαρτί, νερό, καφέ, παξιμάδι, γλυκό σύκο, γλυκό κεράσι, βανίλια, πίτα κολινδρινή, κλίκι (κολινδρινή στριφτόπιτα), τό 'δωσε στη γιαγια Μαριόγκα, σηκώθηκε, βγήκε έξω στο καφενείο, σιγά μην καθόταν ο Νάσος, ν'ακούει τις συζητήσεις απ' τις γιαγιάδες! Τ'απόγεμα ήρθαν οι φιλενάδες της γιαγιάς Μαριόγκας, πάνω απ' τα ογδόντα και οι τρεις, η γιαγιά η Κατίνα, η γιαγιά η Κουκούλου κι η γιαγιά η Θυμούλου. Μόλις στρογγυλοκάθησαν στις σεζλόν της γιαγιας Μαριόγκας, ψάχνει η γιαγια η Μαριόγκα το χαρτί με τα κεράσματα, μα δε θυμόταν πού το έβαλε, πουθενά το χαρτί.Ψάχνει από δω, ψάχνει από κεί, τίποτα! Τι να κάνει η έρμη, θυμόταν νερό, καφέ, παξιμάδι, γλυκό σύκο, αλλά δε θυμόταν τα άλλα κεράσματα, κάνει ακόμα έναν καφέ, τον καταευχαριστήθηκαν οι γιαγιάδες, ύστερα φκιάχνει κι άλλον, κι άλλον, ήπιαν πεντέξι καφέδες οι γιαγιάδες, καθώς πλησίαζε το βραδάκι είπαν, άντε, ώρα να φύγουμε, κατεβαίνουν τις σκάλες απ' το σπίτι της γιαγιάς Μαριόγκας, ένα Θεός τις φύλαξε και δεν έπεσαν απ' τις σκάλες, στο δρόμο πιάνονταν αγκαζέ, μην πέσουν καταγής, είχαν και δυο μπαστούνια απ' τη μια μεριά κι απ'την άλλη, κούτσα μια και κούτσα δυο πήγαιναν στο δρόμο.....
Και ακολουθεί ο διάλογος: Κατίνα: - Ε, τη χαζή τη Μαριόγκα, να την κάψει η φωτιά, να την κάψει, ούτε έναν καφέ δε μας κέρασε! Κουκούλου: -Να τη φάει ο λύκος, να τη φάει, ούτε ένα γλυκό σύκο δε μας έδωσε! Θυμούλου: -Ποια Μαριόγκα, καλέ;;;;
ΥΓ. Η ιστορία είναι πραγματική, χωρίς "σάλτσα" ΑΠΟΥΡΩ, απλώς άλλαξα τα ονόματα. Πάντως όταν την πρωτοάκουσα, κόντεψε να διπλωθεί το στομάχι μου στα δυο απ' τα γέλια... Η φωτογραφία βέβαια χρόνια βολτάρει στο διαδίκτυο...
Πάμε πάλι στην εκθεσιακή βόλτα μας...Αφού δοκιμάσαμε διάφορες ελιές Ιορδανίας,απολαύσαμε το καφεδάκι μας κάτω από έναν πελώριο φίκο, ήταν ο πιο αρωματικός καφές που έχω πιει ποτέ, μοσχοβολούσε... πρώτα όμως χτυπήσαμε έναν πρωινό γύρο, έτσι, μην πιούμε τον καφέ με άδειο στομάχι... Οι κυρίες της αφίσας διαφημίζουν το τσάι ΑL GAZALTAIN(στ' αραβικά σημαίνει "οι δυο γαζέλες), ο Μίκι, λίγο παλιομοδίτικος βέβαια, αλλά πάντα ελκύει τα παιδιά... και το αεροπλάνο-τσουλήθρα στην παιδική χαρά... Και πάλι παραδοσιακά τεχνήματα, κολοκύθες και τα παρόμοια, τώρα πώς βρέθηκε εκει στον τοίχο η Τζοκόντα, αναπάντητον το ερώτημα... Ο καλλιτέχνης της κρέμας εν ώρα δημιουργίας κι ένα δίμετρο ψωμί, από το περίπτερο αρτοβιομηχανίας...Τα εκτιθέμενα αυτοκίνητα δεν ήταν πολλά,εδώ ενα αυτοκίνητο απ'το Ιράν.. μάρκα BYU, αγνοώ τη χώρα κατασκευής... κι ο ξυλοπόδαρος διαφημίζει κινητή τηλεφωνία... Επιμύθιο:-Αν είχε βραστό λουκάνικο και μαύρη μπίρα, θα με ταξίδευε στην παιδική εποχή της Εκθεσης στη αγαπημένη Θεσσαλονικη...
Σας την έδειξα πριν δυο χρόνια (κλικ εδώ) , εδώ και εδώ, πέρυσι δεν της κάναμε την τιμή, είπα να της αφιερώσω φέτος ανάρτηση, και ιδού! Μη φανταστείτε τίποτα το σπουδαίο, ένα πανηγύρι είναι...Η καθαριότητα είνια μισή αρχοντιά και όντως υπήρχε οργανωμένη φροντίδα γι αυτό... Δίπλα στο χώρο της έκθεσης ένα όμορφο τεχνητό κανάλι με τον κροκόδειλο σε ρόλο σιντριβανιού... Για τους λάτρεις των δύο τροχών ένα "φκιαγμένο" μεγαθήριο... Τεχνολογία και παράδοση... Παράδοση και...πλαστικό... Ορυκτά και πετρώματα από το περίπτερο του υπουργείου βιομηχανίας... Ενα περίπτερο γεμάτο κύπελα και μετάλλια, άγνωστης προέλευσης, αφού δεν διαβάζω αραβικά... Εδώ κινδυνεύω να με "περιλάβουν" οι φιλόζωοι αναγνώστες,δε φταιω, απλώς φωτογράφισα το περίπτερο... το φίδι... και τη σαύρα του Νείλου...δεν καταφέραμε να τη φωτογραφίσουμε στο φυσικό της χώρο (κλικ εδώ και εδώ), τη βρήκαμε μέσα σε μια...λεκάνη! Προϊόντα της σουδανικής γης, μη φανταστείτε βέβαια ότι κυκλοφορούν συσκευασμένα και στην αγορά... Κοχύλια από την Ερυθρά θάλασσα ... και το πανηγύρι των μπιχλιμπιδιών... και η περιήγηση έχει συνέχεια...